Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Compere
01
παρουσιαστής, εκφωνητής
an individual who is in charge of introducing the performers in a TV show, play, etc.
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
comperes
to compere
01
παρουσιάζω, ζωντανεύω
act as a master of ceremonies
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
compere
γ΄ ενικό πρόσωπο
comperes
ενεστώτα μετοχή
compering
απλός αόριστος
compered
παθητική μετοχή
compered



























