compere
Pronunciation
/kˈɑːmpɛɹ/

Ορισμός και σημασία του "compere"στα αγγλικά

01

παρουσιαστής, εκφωνητής

an individual who is in charge of introducing the performers in a TV show, play, etc.
Dialectbritish flagBritish
emceeamerican flagAmerican
compere definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
comperes
to compere
01

παρουσιάζω, ζωντανεύω

act as a master of ceremonies
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
compere
γ΄ ενικό πρόσωπο
comperes
ενεστώτα μετοχή
compering
απλός αόριστος
compered
παθητική μετοχή
compered
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store