Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
compelling
01
πειστικός, γοητευτικός
persuasive in a way that captures attention or convinces effectively
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most compelling
συγκριτικός βαθμός
more compelling
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The speaker delivered a compelling argument that persuaded many to change their views.
Ο ομιλητής παρουσίασε ένα πειστικό επιχείρημα που έπεισε πολλούς να αλλάξουν τις απόψεις τους.
02
συναρπαστικός, γοητευτικός
evoking interest, attention, or admiration in a powerful and irresistible way
Παραδείγματα
Her compelling story of overcoming adversity inspired everyone in the room.
Η συναρπαστική ιστορία της για την υπέρβαση των δυσκολιών ενέπνευσε όλους στο δωμάτιο.
Λεξικό Δέντρο
compellingly
compelling
compel



























