comparable
com
ˈkɑm
καμ
pa
πα
ra
ρα
ble
bəl
μπαλ
/ˈkɒmpərəbəl/

Ορισμός και σημασία του "comparable"στα αγγλικά

comparable
01

συγκρίσιμος, παρόμοιος

having similarities that justify making a comparison
comparable definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most comparable
συγκριτικός βαθμός
more comparable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The nutritional value of the two foods is comparable, but one has fewer calories.
Η θρεπτική αξία των δύο τροφίμων είναι συγκρίσιμη, αλλά η μία έχει λιγότερες θερμίδες.
02

συγκρίσιμος, παρόμοιος

similar to something else in quality or importance
Παραδείγματα
The quality of the two products is comparable, though one is slightly more expensive.
Η ποιότητα των δύο προϊόντων είναι συγκρίσιμη, αν και το ένα είναι ελαφρώς πιο ακριβό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store