comparable
comparable
kɒmp(ə)rəbəl
kompērēbēl
computablecompatible

Ορισμός και σημασία του "comparable"στα αγγλικά

comparable
01

συγκρίσιμος, παρόμοιος

having similarities that justify making a comparison 
comparable definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most comparable
συγκριτικός βαθμός
more comparable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The two products are comparable in price and quality 

Τα δύο προϊόντα είναι συγκρίσιμα σε τιμή και ποιότητα.

02

συγκρίσιμος, παρόμοιος

similar to something else in quality or importance 
Παραδείγματα
The replica artwork is comparable to the original in terms of detail and color. 

Η αναπαραγωγή του έργου τέχνης είναι συγκρίσιμη με το πρωτότυπο όσον αφορά τη λεπτομέρεια και το χρώμα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store