Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to commute
01
επιβαίνω, ταξιδεύω τακτικά για τη δουλειά
to regularly travel to one's place of work and home by different means
Intransitive
Παραδείγματα
The introduction of a company shuttle has made it easier for employees to commute.
Η εισαγωγή ενός εταιρικού λεωφορείου έχει κάνει ευκολότερες τις μετακινήσεις των εργαζομένων.
02
ανταλλάσσω, εναλλάσσω
to exchange or give something in return for another
Transitive: to commute sth for sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
commute
γ΄ ενικό πρόσωπο
commutes
ενεστώτα μετοχή
commuting
απλός αόριστος
commuted
παθητική μετοχή
commuted
Παραδείγματα
The athlete chose to commute their usual workout routine for a specialized training program.
Ο αθλητής επέλεξε να ανταλλάξει τη συνήθη ρουτίνα προπόνησής του με ένα εξειδικευμένο πρόγραμμα προπόνησης.
03
μετατρέπω, ελαφρύνω
to replace or exchange a penalty or punishment with a less severe one
Transitive: to commute a judicial sentence
Παραδείγματα
The governor decided to commute the death sentence to life imprisonment.
Ο κυβερνήτης αποφάσισε να μετατρέψει την ποινή θανάτου σε ισόβια κάθειρξη.
04
μετατρέπω, ανταλλάσσω
to exchange or alter one form of payment or obligation for another
Transitive: to commute a form of payment to another | to commute a form of payment into another
Παραδείγματα
The debtor negotiated with the creditor to commute the interest payments into a more manageable lump sum.
Ο οφειλέτης διαπραγματεύτηκε με τον πιστωτή να μετατρέψει τις πληρωμές τόκων σε ένα πιο διαχειρίσιμο εφάπαξ ποσό.
Commute
01
μετακίνηση
a regular journey of some distance to and from your place of work
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
commutes
Λεξικό Δέντρο
commutate
commutative
commuter
commute



























