Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Commuter
01
επιβατικός, επαγγελματίας που ταξιδεύει
a person who regularly travels to city for work
Παραδείγματα
The train is always packed with commuters during rush hour.
Το τρένο είναι πάντα γεμάτο επιβάτες κατά τις ώρες αιχμής.
02
υπεραστικό τρένο, μέσο μεταφοράς για επιβάτες
a train, bus, or airline designed to carry passengers frequently over short or medium distances, especially between residential areas and places of work or study
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
commuters
Παραδείγματα
The commuter train departs every 15 minutes during rush hour.
Το τρένο προαστιακού αναχωρεί κάθε 15 λεπτά κατά τις ώρες αιχμής.
Λεξικό Δέντρο
commuter
commute



























