Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Commuter
01
επιβατικός, επαγγελματίας που ταξιδεύει
a person who regularly travels to city for work
Παραδείγματα
The train station was crowded with commuters heading to the city.
Ο σταθμός των τρένων ήταν γεμάτος επιβάτες που κατευθύνονταν προς την πόλη.
02
υπεραστικό τρένο, μέσο μεταφοράς για επιβάτες
a train, bus, or airline designed to carry passengers frequently over short or medium distances, especially between residential areas and places of work or study
Παραδείγματα
The city expanded its commuter bus service to reduce traffic congestion.
Η πόλη επέκτεινε την υπηρεσία λεωφορείων επιβατών για να μειώσει την κυκλοφοριακή συμφόρηση.
Λεξικό Δέντρο
commuter
commute



























