commoner
Pronunciation
/ˈkɑmənɝ/

Ορισμός και σημασία του "commoner"στα αγγλικά

01

λαϊκός, κοινός άνθρωπος

a person that does not belong to the upper class of the society
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
commoners
Παραδείγματα
Commoners have historically been excluded from positions of political power and influence, but democratic reforms have gradually expanded political participation and representation for all citizens.
Οι απλοί πολίτες ιστορικά έχουν αποκλειστεί από θέσεις πολιτικής εξουσίας και επιρροής, αλλά οι δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις έχουν σταδιακά επεκτείνει την πολιτική συμμετοχή και την εκπροσώπηση για όλους τους πολίτες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store