commoner
co
ˈkɒ
κο
mmo
μα
ner
να
commuter

Ορισμός και σημασία του "commoner"στα αγγλικά

01

λαϊκός, κοινός άνθρωπος

a person that does not belong to the upper class of the society 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
commoners
Παραδείγματα
In feudal societies, commoners made up the majority of the population and typically worked as farmers, artisans, or laborers. 

Στις φεουδαρχικές κοινωνίες, οι απλοί άνθρωποι αποτελούσαν την πλειοψηφία του πληθυσμού και συνήθως εργάζονταν ως αγρότες, τεχνίτες ή εργάτες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store