Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
committed
01
αφοσιωμένος, αφιερωμένος
willing to give one's energy and time to something because one believes in it
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most committed
συγκριτικός βαθμός
more committed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The committed athlete trains rigorously every day, striving to reach their full potential in their sport.
Ο αφοσιωμένος αθλητής προπονείται αυστηρά κάθε μέρα, προσπαθώντας να φτάσει στο πλήρες δυναμικό του στο άθλημά του.
02
αφοσιωμένος, εμπλεκόμενος
involved in or relating to a long-term relationship
Παραδείγματα
They were in a committed relationship, devoted to each other's happiness and well-being.
Ήταν σε μια αφοσιωμένη σχέση, αφιερωμένοι στην ευτυχία και την ευημερία του άλλου.
Λεξικό Δέντρο
committedness
uncommitted
committed
commit



























