Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
committed
01
αφοσιωμένος, αφιερωμένος
willing to give one's energy and time to something because one believes in it
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most committed
συγκριτικός βαθμός
more committed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Despite setbacks, the committed entrepreneur continues to pursue their business idea with passion and determination.
Παρά τις αναποδιές, ο αφοσιωμένος επιχειρηματίας συνεχίζει να ακολουθεί την επιχειρηματική του ιδέα με πάθος και αποφασιστικότητα.
02
αφοσιωμένος, εμπλεκόμενος
involved in or relating to a long-term relationship
Παραδείγματα
The couple decided to become committed to each other after dating for several months.
Το ζευγάρι αποφάσισε να δεσμευτεί ο ένας στον άλλο μετά από αρκετούς μήνες γνωριμίας.
Λεξικό Δέντρο
committedness
uncommitted
committed
commit



























