Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to commingle
01
αναμιγνύω, συνδυάζω
to thoroughly mix different things together
Transitive: to commingle multiple elements
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
commingle
γ΄ ενικό πρόσωπο
commingles
ενεστώτα μετοχή
commingling
απλός αόριστος
commingled
παθητική μετοχή
commingled
Παραδείγματα
The artist skillfully commingled various artistic styles to create a unique and captivating masterpiece.
Ο καλλιτέχνης επιδέξια ανέμειξε διάφορα καλλιτεχνικά στυλ για να δημιουργήσει ένα μοναδικό και συναρπαστικό αριστούργημα.
02
αναμιγνύω, συγχωνεύω
to mix or blend together without distinction or separation
Intransitive
Παραδείγματα
In the garden, the scents of various flowers commingle, creating a delightful fragrance.
Στον κήπο, οι μυρωδιές διαφόρων λουλουδιών αναμειγνύονται, δημιουργώντας μια απολαυστική μυρωδιά.



























