commando
co
mman
ˈmæn
mān
do
ˌdoʊ
dow
/kəmˈændə‌ʊ/

Ορισμός και σημασία του "commando"στα αγγλικά

01

κομάντο, στρατιώτης ειδικών αποστολών

a soldier trained to carry out surprise attacks and special missions
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
commandos
Παραδείγματα
The commandos were deployed to sabotage the enemy's supply route.
Οι κομάντος αναπτύχθηκαν για να σαμποτάρουν τη διαδρομή προμήθειας του εχθρού.
02

κομάντο, μονάδα κομάντο

an amphibious military unit trained for raids into enemy territory
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store