Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Comic
01
κωμικός, χιουμορίστας
a professional performer who tells jokes and performs comical acts
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
comics
02
κόμικ, αστείο περιοδικό
a magazine that tells a story with pictures and words, often funny or adventurous
Dialect
British
Παραδείγματα
He bought a comic at the shop on his way home.
Αγόρασε ένα κόμικ στο μαγαζί στο δρόμο του γυρισμού.
comic
01
κωμικός, αστείος
connected with or in the style of comedy
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
literature, entertainment, art
Παραδείγματα
She enjoys reading comic books featuring humorous stories and characters.
Απολαμβάνει να διαβάζει κόμικς με χιουμοριστικές ιστορίες και χαρακτήρες.
Παραδείγματα
His comic timing and witty remarks kept the audience entertained throughout the performance.
Ο κωμικός συγχρονισμός του και τα πνευματώδη σχόλιά του διασκέδαζαν το κοινό καθ' όλη τη διάρκεια της παράστασης.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
comical
comic



























