Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to come through
01
επιβιώνω, διασώζομαι
to stay alive or recover after an unpleasant event such as a serious illness
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
through
βασικό ρήμα
come
ενεστώτας
come through
γ΄ ενικό πρόσωπο
comes through
ενεστώτα μετοχή
coming through
απλός αόριστος
came through
παθητική μετοχή
come through
Παραδείγματα
Despite the odds, she managed to come through the surgery successfully.
Παρά τις δυσκολίες, κατάφερε να ξεπεράσει με επιτυχία την εγχείρηση.
02
ξεπεράσω, υπερνικώ
to succeed in overcoming a difficult or dangerous situation
Παραδείγματα
Despite the challenges and setbacks, she managed to come through and overcome the adversity.
Παρά τις προκλήσεις και τις αναποδιές, κατάφερε να ξεπεράσει και να νικήσει τις δυσκολίες.
03
εκπληρώνω την υπόσχεση, εκπληρώνω τη δέσμευση
to fulfill a promise or commitment that was made
Παραδείγματα
I asked him for help, and he came through by offering his support and guidance.
Τον ρώτησα για βοήθεια, και εκπλήρωσε την υπόσχεσή του προσφέροντας την υποστήριξη και την καθοδήγησή του.
04
έρχομαι, εκπέμπεται με σαφήνεια
to be transmitted or received clearly
Παραδείγματα
The radio signal was weak, but the important message managed to come through clearly.
Το ραδιοφωνικό σήμα ήταν αδύναμο, αλλά το σημαντικό μήνυμα κατάφερε να περάσει καθαρά.



























