combined
Pronunciation
/kəmˈbaɪnd/

Ορισμός και σημασία του "combined"στα αγγλικά

01

συνδυασμένος, κοινός

formed or created by joining two or more elements or parts together
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most combined
συγκριτικός βαθμός
more combined
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The garden displayed a combined array of flowers, shrubs, and trees, creating a beautiful landscape.
Ο κήπος παρουσίαζε ένα συνδυασμένο σύνολο λουλουδιών, θάμνων και δέντρων, δημιουργώντας ένα όμορφο τοπίο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store