Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
combined
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most combined
συγκριτικός βαθμός
more combined
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
action, integration, cooperation
Παραδείγματα
The team achieved success through their combined efforts and skills.
Η ομάδα πέτυχε την επιτυχία μέσα από τις συνδυασμένες προσπάθειες και δεξιότητές τους.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
uncombined
combined
combine



























