combined
com
kəm
καμ
bined
ˈbaɪnd
μπαινντ
confined

Ορισμός και σημασία του "combined"στα αγγλικά

01

συνδυασμένος, κοινός

formed or created by joining two or more elements or parts together 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most combined
συγκριτικός βαθμός
more combined
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
action, integration, cooperation
Παραδείγματα
The team achieved success through their combined efforts and skills. 

Η ομάδα πέτυχε την επιτυχία μέσα από τις συνδυασμένες προσπάθειες και δεξιότητές τους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

uncombined
combined
combine
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store