aging
a
ˈeɪ
ei
ging
ʤɪng
jing
awing
ageing

Ορισμός και σημασία του "aging"στα αγγλικά

01

γήρανση

the organic process of growing older and showing the effects of increasing age 
aging definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The visible signs of aging, such as wrinkles and gray hair, become more pronounced over time. 

Τα ορατά σημάδια της γήρανσης, όπως οι ρυτίδες και τα άσπρα μαλλιά, γίνονται πιο έντονα με το πέρασμα του χρόνου.

02

γήρανση, πάτινα

the process of intentionally applying techniques such as staining, distressing, or cracking to a piece of art to create the appearance of age, history, and character 
aging definition and meaning
Παραδείγματα
The artist used aging techniques to give the painting a vintage, time-worn look. 

Ο καλλιτέχνης χρησιμοποίησε τεχνικές γήρανσης για να δώσει στη ζωγραφική μια βινταζ, φθαρμένη από το χρόνο εμφάνιση.

03

γήρανση, ωρίμανση

the process by which certain items or substances acquire improved characteristics or qualities over a period of time through natural maturation 
Παραδείγματα
The aging of fine wine in oak barrels enhances its flavor and complexity. 

Η γήρανση του καλού κρασιού σε βαρέλια δρυός ενισχύει τη γεύση και την πολυπλοκότητά του.

01

γηράσκων, ηλικιωμένος

referring to the process of getting older 
aging definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The aging couple celebrated their golden anniversary, reflecting on a lifetime of shared memories. 

Το γηρασκόμενο ζευγάρι γιόρτασε τη χρυσή επέτειο του, αναλογιζόμενο μια ζωή από κοινού αναμνήσεις.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store