colostomy
co
kə
kē
los
ˈlɒs
los
to
tə
tē
my
mi
mi

Ορισμός και σημασία του "colostomy"στα αγγλικά

01

κολοστομία

a surgical procedure where an opening is made in the abdomen to redirect part of the colon for waste elimination 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
colostomies
Παραδείγματα
After the surgery, Dad had a colostomy to help with his digestion. 

Μετά την εγχείριση, ο Μπαμπάς έκανε κολοστομία για να βοηθήσει στην πέψη του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store