Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Aggregation
01
συσσώρευση, συγκέντρωση
the act of bringing together various items, parts, or elements into a single unified whole
Παραδείγματα
The aggregation of research findings from multiple studies provided a comprehensive understanding of the topic.
Η συγκέντρωση των ερευνητικών αποτελεσμάτων από πολλές μελέτες παρείχε μια ολοκληρωμένη κατανόηση του θέματος.
02
συσσωμάτωση, ομαδοποίηση
several things grouped together or considered as a whole
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
aggregations
Λεξικό Δέντρο
aggregation
aggregate
aggreg



























