Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to collude
01
συνωμοτώ, συνενοούμαι
to cooperate secretly or illegally for deceiving other people
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
collude
γ΄ ενικό πρόσωπο
colludes
ενεστώτα μετοχή
colluding
απλός αόριστος
colluded
παθητική μετοχή
colluded
Παραδείγματα
The competitors were suspected of colluding to divide up contracts and stifle competition in the industry.
Οι ανταγωνιστές υπώπτευονταν ότι συνωμοτούσαν για να μοιράσουν συμβόλαια και να καταστείλουν τον ανταγωνισμό στη βιομηχανία.
Λεξικό Δέντρο
collusion
collusive
collude



























