gross-out
gross
grəʊs
γκρεουσ
out
aʊt
αουτ
closeout

Ορισμός και σημασία του "gross-out"στα αγγλικά

01

αηδία, σιχαμάρα

something disgusting or shocking that causes strong negative reactions 
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
gross-outs
Παραδείγματα
Finding a cockroach in the soup was a real gross-out. 

Το να βρεις μια κατσαρίδα στη σούπα ήταν πραγματικά αηδιαστικό.

01

αηδιαστικός, αποκρουστικός

extremely unpleasant, disgusting, or shocking 
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most gross-out
συγκριτικός βαθμός
more gross-out
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
sensation, entertainment, evaluation
Παραδείγματα
The movie had several gross-out scenes. 

Η ταινία είχε αρκετές σκηνές gross-out (εξαιρετικά δυσάρεστες).

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store