collier
coll
ˈkɑl
καλ
ier
jɜr
γερρ
/kˈɒliɐ/

Ορισμός και σημασία του "collier"στα αγγλικά

01

ορυχείο, ανθρακωρύχος

a person who works underground and mines coal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
colliers

Λεξικό Δέντρο

colliery
collier
coal
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store