Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Collier
01
ορυχείο, ανθρακωρύχος
a person who works underground and mines coal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
colliers
Λεξικό Δέντρο
colliery
collier
coal



























