collier
co
ˈkɒ
ko
llier
liə
liē
collider

Ορισμός και σημασία του "collier"στα αγγλικά

01

ορυχείο, ανθρακωρύχος

a person who works underground and mines coal 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
colliers

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

colliery
collier
coal
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store