suspended sentence
sus
səs
sēs
pen
ˈpɛn
pen
ded
dɪd
did
sen
sɛn
sen
tence
təns
tēns

Ορισμός και σημασία του "suspended sentence"στα αγγλικά

Suspended sentence
01

καταδίκη με αναστολή, ποινή με αναστολή

a prison sentence delayed on condition of good behavior 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
suspended sentences
Παραδείγματα
He got a suspended sentence. 

Έλαβε ανασταλμένη ποινή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store