Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Collarbone
01
κλείδα, οστό του λαιμού
either of the pair of bones that go across the top of the chest from the base of the neck to the shoulders
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
collarbones
Παραδείγματα
He fractured his collarbone during the football game and needed to wear a sling for several weeks.
Έσπασε την κλείδα του κατά τη διάρκεια του ποδοσφαιρικού αγώνα και χρειάστηκε να φοράει μία σφεντόνα για αρκετές εβδομάδες.



























