Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to collaborate
01
συνεργάζομαι, δουλεύω μαζί
to work with someone else in order to create something or reach the same goal
Intransitive: to collaborate | to collaborate with sb | to collaborate in sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
collaborate
γ΄ ενικό πρόσωπο
collaborates
ενεστώτα μετοχή
collaborating
απλός αόριστος
collaborated
παθητική μετοχή
collaborated
Παραδείγματα
Teachers and parents collaborated to organize a successful school fundraiser.
Οι δάσκαλοι και οι γονείς συνεργάστηκαν για να οργανώσουν μια επιτυχημένη συγκέντρωση χρημάτων για το σχολείο.
02
συνεργάζομαι, εργάζομαι κρυφά με τον εχθρό
to secretly work with an enemy
Intransitive: to collaborate with an enemy
Παραδείγματα
Collaborating with the enemy can have serious legal consequences.
Η συνεργασία με τον εχθρό μπορεί να έχει σοβαρές νομικές συνέπειες.
Λεξικό Δέντρο
collaboration
collaborative
collaborator
collaborate
collabor



























