to collaborate
co
kə
κα
lla
ˈlæ
λαι
bo
bə
μπα
rate
reɪt
ρειτ

Ορισμός και σημασία του "collaborate"στα αγγλικά

to collaborate
01

συνεργάζομαι, δουλεύω μαζί

to work with someone else in order to create something or reach the same goal 
Intransitive: to collaborate | to collaborate with sb | to collaborate in sth
to collaborate definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
collaborate
γ΄ ενικό πρόσωπο
collaborates
ενεστώτα μετοχή
collaborating
απλός αόριστος
collaborated
παθητική μετοχή
collaborated
Παραδείγματα
The researchers collaborated on a groundbreaking study in neuroscience. 

Οι ερευνητές συνεργάστηκαν σε μια πρωτοποριακή μελέτη στη νευροεπιστήμη.

02

συνεργάζομαι, εργάζομαι κρυφά με τον εχθρό

to secretly work with an enemy 
Intransitive: to collaborate with an enemy
Παραδείγματα
He was accused of collaborating with the enemy during the war. 

Κατηγορήθηκε ότι συνεργάστηκε με τον εχθρό κατά τη διάρκεια του πολέμου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

collaboration
collaborative
collaborator
collaborate
collabor
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store