dittohead
di
ˈdɪ
di
tto
təʊ
tew
head
ˌhɛd
hed

Ορισμός και σημασία του "dittohead"στα αγγλικά

01

παπαγάλος, ακόλουθος

a person who mindlessly agrees with someone else's opinions without independent thought 
αποδοκιμαστικό
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
dittoheads
Παραδείγματα
That dittohead just repeats everything the boss says. 

Αυτός ο παπαγάλος απλά επαναλαμβάνει ό,τι λέει το αφεντικό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

dittohead

ditto

+

head

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store