abigail
a
ˈa
a
bi
bɪ
bi
gail
ˌgeɪl
geil

Ορισμός και σημασία του "Abigail"στα αγγλικά

01

ένας κρυφά ομοφυλόφιλος μεσήλικας άνδρας, ένας ώριμος άνδρας που κρύβει τη σεξουαλική του ταυτότητα

a middle-aged man who is secretly homosexual and conceals his sexual identity 
Dialectbritish flagBritish
προσβλητικό
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
κύριο
πληθυντικός τύπος
Abigails
αρσενικό ενικό
Abigail
neutral form
closeted homosexual
Παραδείγματα
The Abigail kept glancing at the handsome guy across the room, terrified anyone would notice. 

Ο Άμπιγκεϊλ συνέχιζε να ρίχνει ματιές στον όμορφο άντρα απέναντι στο δωμάτιο, τρομοκρατημένος μήπως κάποιος το παρατηρήσει.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store