smughead
smug
ˈsmʌg
smag
head
hɛd
hed

Ορισμός και σημασία του "smughead"στα αγγλικά

01

αλαζόνας, υπερήφανος

a person arrogant, self-satisfied, or overly proud 
smughead definition and meaning
αποδοκιμαστικό
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
smugheads
Παραδείγματα
That smughead laughed at everyone else's mistakes. 

Αυτός ο αλαζόνας γέλασε με τα λάθη όλων των άλλων.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store