rectal wart
rec
ˈrɛk
ρεκ
tal
təl
ταλ
wart
wɔ:t
ουοτ

Ορισμός και σημασία του "rectal wart"στα αγγλικά

01

ορθική κονδυλώματα, πρωκτική κονδυλώματα

a person regarded as disgusting, repulsive, or contemptible 
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
rectal warts
Παραδείγματα
That rectal wart left the bathroom filthy. 

Αυτό το ορθικό κονδυλώμα άφησε το μπάνιο βρώμικο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store