Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Ratfink
01
πληροφοριοδότης, προδότης
a person considered a traitor, snitch, or informer
Offensive
Slang
Vulgar
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ratfinks
Παραδείγματα
Stop acting like a ratfink and keep your mouth shut.
Σταμάτα να συμπεριφέρεσαι σαν κατάσκοπος και κράτα το στόμα σου κλειστό.
Λεξικό Δέντρο
ratfink
rat
fink



























