muppet
mu
ˈmə
ppet
pət
pēt
/mˈʌpɪt/

Ορισμός και σημασία του "muppet"στα αγγλικά

01

ανόητος, ανίκανος

a foolish, incompetent, or silly person
Dialectbritish flagBritish
muppet definition and meaning
Informal
Offensive
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
muppets
Παραδείγματα
The muppet intern sent the email to the wrong client.
Ο muppet πρακτορέας έστειλε το email στον λάθος πελάτη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store