Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Muppet
01
ανόητος, ανίκανος
a foolish, incompetent, or silly person
Dialect
British
Informal
Offensive
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
muppets
Παραδείγματα
The muppet intern sent the email to the wrong client.
Ο muppet πρακτορέας έστειλε το email στον λάθος πελάτη.



























