muppet
mu
ˈmʌ
ma
ppet
pɪt
pit
moppet

Ορισμός και σημασία του "muppet"στα αγγλικά

01

ανόητος, ανίκανος

a foolish, incompetent, or silly person 
Dialectbritish flagBritish
muppet definition and meaning
ανεπίσημο
προσβλητικό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
muppets
Παραδείγματα
The muppet forgot his passport on the day of the flight. 

Ο μάπετ ξέχασε το διαβατήριό του την ημέρα της πτήσης.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store