idleton
i
ˈaɪ
ai
dle
dəl
dēl
ton
tən
tēn

Ορισμός και σημασία του "idleton"στα αγγλικά

01

τεμπέλης, οκνηρός

a lazy, idle, or work-shy person 
idleton definition and meaning
αποδοκιμαστικό
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
idletons
Παραδείγματα
The idleton spent the afternoon napping instead of job hunting. 

Ο τεμπέλης πέρασε το απόγευμα κοιμώμενος αντί να ψάχνει για δουλειά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store