hooplehead
hoo
ˈhu:
hoo
ple
pəl
pēl
head
ˌhɛd
hed
/hˈuːpəlhˌɛd/

Ορισμός και σημασία του "hooplehead"στα αγγλικά

01

ανόητος, χαζός

a foolish, silly, or gullible person
hooplehead definition and meaning
Informal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hoopleheads
Παραδείγματα
The hooplehead investor lost everything on a fake stock tip.
Ο επενδυτής hooplehead έχασε τα πάντα σε μια ψεύτικη συμβουλή μετοχών.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store