guttermouth
Pronunciation
/ɡˈʌɾɚməθ/

Ορισμός και σημασία του "guttermouth"στα αγγλικά

01

άτομο με βρώμικο στόμα, άτομο που χρησιμοποιεί αισχρολογίες

a person who uses excessive profanity or crude language
offensive
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
guttermouths
Παραδείγματα
The guttermouth screamed slurs in traffic.
Ο αγενής φώναξε προσβολές στην κυκλοφορία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store