guttermouth
gu
gʌ
ga
tter
tə
tē
mouth
maʊθ
mawth

Ορισμός και σημασία του "guttermouth"στα αγγλικά

01

άτομο με βρώμικο στόμα, άτομο που χρησιμοποιεί αισχρολογίες

a person who uses excessive profanity or crude language 
προσβλητικό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
guttermouths
Παραδείγματα
The guttermouth sailor cursed through every sentence. 

Ο ναύτης αισχρολόγος βλασφημούσε σε κάθε πρόταση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store