grinch
grinch
grɪnʧ
grinch
/ɡɹˈɪntʃ/

Ορισμός και σημασία του "grinch"στα αγγλικά

01

χασομέρης, γκρινιάρης

a joyless, miserly, or bad-tempered person who dislikes fun or generosity
grinch definition and meaning
Informal
Offensive
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
grinches
Παραδείγματα
Everyone avoided the grinch who grumbled through the entire birthday dinner.
Όλοι απέφευγαν τον γκριντς που γκρίνιαζε καθ' όλη τη διάρκεια του δείπνου γενεθλίων.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store