grinch
grinch
grɪnʧ
grinch
pincheclinchflinchchinch

Ορισμός και σημασία του "grinch"στα αγγλικά

01

χασομέρης, γκρινιάρης

a joyless, miserly, or bad-tempered person who dislikes fun or generosity 
grinch definition and meaning
ανεπίσημο
προσβλητικό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
grinches
Παραδείγματα
The grinch neighbor complained about every holiday light display on the street. 

Ο γείτονας grinch παραπονέθηκε για κάθε διακόσμηση φωτισμού διακοπών στο δρόμο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store