druggy
dru
ˈdrʌ
dra
ggy
gi
gi
bluggyfuggysnuggie

Ορισμός και σημασία του "druggy"στα αγγλικά

01

ναρκωμανής, τοξικομανής

a person addicted to or heavily using illegal drugs 
druggy definition and meaning
προσβλητικό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
druggies
Παραδείγματα
Parents warned their kids to stay away from the druggy hanging around the park. 

Οι γονείς προειδοποίησαν τα παιδιά τους να μείνουν μακριά από τον τοξικομανή που τριγυρνούσε στο πάρκο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store