druid
druid
dru:ɪd
drooid

Ορισμός και σημασία του "druid"στα αγγλικά

01

δρούιδος

a pre-Christian priest among the Celts of ancient Gaul and Britain and Ireland 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
druids

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

druidism
druid
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store