craphole
crap
ˈkræp
krāp
hole
hoʊl
howl
/kɹˈaphəʊl/

Ορισμός και σημασία του "craphole"στα αγγλικά

01

τρύπα, βρωμότοπος

a dirty, rundown, or worthless place
craphole definition and meaning
Slang
Vulgar
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
crapholes
Παραδείγματα
They turned the abandoned building into a craphole squat.
Μετέτρεψαν το εγκαταλειμμένο κτίριο σε σκουπιδότοπο.

Λεξικό Δέντρο

craphole

crap

+

hole

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store