Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Craphole
01
τρύπα, βρωμότοπος
a dirty, rundown, or worthless place
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
crapholes
Παραδείγματα
This motel is a total craphole with bugs everywhere.
Αυτό το μοτέλ είναι ένας τρύπα με έντομα παντού.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
craphole
crap
hole



























