Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bratface
01
προσβλητικό πρόσωπο, κατσούφικη έκφραση
a person, usually a child or young adult, with a bratty, sulky, or spoiled facial expression
ανεπίσημο
προσβλητικό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
bratfaces
Παραδείγματα
The little bratface pouted the whole car ride after not getting candy.
Το μικρό πρόσωπο κακομαθημένου κατσούφιασε όλη τη διαδρομή με το αυτοκίνητο αφού δεν πήρε καραμέλες.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
bratface
brat
face



























