Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bratface
01
προσβλητικό πρόσωπο, κατσούφικη έκφραση
a person, usually a child or young adult, with a bratty, sulky, or spoiled facial expression
Informal
Offensive
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bratfaces
Παραδείγματα
Stop making that bratface – it wo n't change my answer.
Σταμάτα να κάνεις αυτό το χαλασμένο πρόσωπο – δεν θα αλλάξει την απάντησή μου.
Λεξικό Δέντρο
bratface
brat
face



























