bratface
brat
ˈbræt
brāt
face
feɪs
feis
brattice

Ορισμός και σημασία του "bratface"στα αγγλικά

01

προσβλητικό πρόσωπο, κατσούφικη έκφραση

a person, usually a child or young adult, with a bratty, sulky, or spoiled facial expression 
bratface definition and meaning
ανεπίσημο
προσβλητικό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
bratfaces
Παραδείγματα
The little bratface pouted the whole car ride after not getting candy. 

Το μικρό πρόσωπο κακομαθημένου κατσούφιασε όλη τη διαδρομή με το αυτοκίνητο αφού δεν πήρε καραμέλες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

bratface

brat

+

face

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store