bratface
brat
ˈbræt
brāt
face
feɪs
feis
/bɹˈatfeɪs/

Ορισμός και σημασία του "bratface"στα αγγλικά

01

προσβλητικό πρόσωπο, κατσούφικη έκφραση

a person, usually a child or young adult, with a bratty, sulky, or spoiled facial expression
bratface definition and meaning
Informal
Offensive
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bratfaces
Παραδείγματα
Stop making that bratface – it wo n't change my answer.
Σταμάτα να κάνεις αυτό το χαλασμένο πρόσωπο – δεν θα αλλάξει την απάντησή μου.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store