Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bawtboy
01
πουστης, θηλυπρεπής
an effeminate or weak man, used to mock perceived lack of masculinity
Offensive
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bawtboys
Παραδείγματα
The bawtboy insult stung when they mocked his soft voice.
Η προσβολή bawtboy πλήγωσε όταν κοροϊδεύανε τη μαλακή του φωνή.



























