bawtboy
bawt
ˈbɔ:t
bawt
boy
bɔɪ
boy
/bˈɔːtbɔɪ/

Ορισμός και σημασία του "bawtboy"στα αγγλικά

01

πουστης, θηλυπρεπής

an effeminate or weak man, used to mock perceived lack of masculinity
bawtboy definition and meaning
Offensive
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bawtboys
Παραδείγματα
The bawtboy insult stung when they mocked his soft voice.
Η προσβολή bawtboy πλήγωσε όταν κοροϊδεύανε τη μαλακή του φωνή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store