autofellator
au
ˌɔ:
ο
to
təʊ
τεου
fe
ˈfɛ
φε
lla
leɪ
λει
tor
τα

Ορισμός και σημασία του "autofellator"στα αγγλικά

01

αυτοφελλάτορας, αυτοφελλάτορας

a man who can perform oral sex on himself 
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
autofellators
αρσενικό ενικό
autofellator
neutral form
autosexual person
Παραδείγματα
The flexible gymnast was rumored to be an autofellator. 

Φημολογούνταν ότι ο ευέλικτος γυμναστής ήταν αυτοφελλάτορας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store