wankerdom
wan
ˈwæn
vān
ker
dom
dəm
dēm

Ορισμός και σημασία του "wankerdom"στα αγγλικά

01

ηλιθιότητα, βλακεία

the condition or characteristic of being an idiotic, foolish, or contemptible person 
Dialectbritish flagBritish
wankerdom definition and meaning
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The whole office has descended into pure wankerdom with these new rules. 

Ολόκληρο το γραφείο έχει βυθιστεί σε καθαρό wankerdom με αυτούς τους νέους κανόνες.

Λεξικό Δέντρο

wankerdom
wanker
wank
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store