wankface
wank
ˈwænk
vānk
face
feɪs
feis

Ορισμός και σημασία του "wankface"στα αγγλικά

01

κώλοπροσωπο, μαλάκας

a person regarded as contemptible, obnoxious, or irritating 
wankface definition and meaning
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wankfaces
Παραδείγματα
The wankface kept interrupting the presentation. 

Ο wankface διακόπτει συνεχώς την παρουσίαση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store