Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
frigging
01
καταραμένος, αναθεματισμένος
used as an intensifier to emphasize something, often in anger or frustration
ευφημιστικό
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
It's frigging freezing out here – close the door.
Είναι γαμημένα κρύο εδώ έξω – κλείσε την πόρτα.
Λεξικό Δέντρο
frigging
frig



























