Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to cognize
01
αντιλαμβάνομαι, κατανοώ
to understand or become aware of something through thinking or consciousness
Transitive: to cognize sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
cognize
γ΄ ενικό πρόσωπο
cognizes
ενεστώτα μετοχή
cognizing
απλός αόριστος
cognized
παθητική μετοχή
cognized
Παραδείγματα
Meditation can help individuals cognize their thoughts and achieve mental clarity.
Ο διαλογισμός μπορεί να βοηθήσει τα άτομα να γνωρίσουν τις σκέψεις τους και να επιτύχουν διανοητική σαφήνεια.
Λεξικό Δέντρο
cognizable
cognizance
cognizant
cognize



























