Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to cognize
01
αντιλαμβάνομαι, κατανοώ
to understand or become aware of something through thinking or consciousness
Transitive: to cognize sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
cognize
γ΄ ενικό πρόσωπο
cognizes
ενεστώτα μετοχή
cognizing
απλός αόριστος
cognized
παθητική μετοχή
cognized
Παραδείγματα
The child began to cognize the colors around them as they developed visual awareness.
Το παιδί άρχισε να γνωρίζει τα χρώματα γύρω του καθώς ανέπτυξε οπτική ευαισθητοποίηση.
Λεξικό Δέντρο
cognizable
cognizance
cognizant
cognize



























