cognizant
cog
ˈkɒg
kog
ni
ni
zant
zənt
zēnt
cognisant

Ορισμός και σημασία του "cognizant"στα αγγλικά

01

ενήμερος, πληροφορημένος

having knowledge or awareness about something 
cognizant definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most cognizant
συγκριτικός βαθμός
more cognizant
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She was cognizant of the importance of punctuality in her profession. 

Ήταν ενήμερη της σημασίας της ακρίβειας στο επάγγελμά της.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store