Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cognizant
01
ενήμερος, πληροφορημένος
having knowledge or awareness about something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most cognizant
συγκριτικός βαθμός
more cognizant
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He was cognizant of his limitations and knew when to ask for help.
Ήταν ενήμερος των περιορισμών του και ήξερε πότε να ζητήσει βοήθεια.
Λεξικό Δέντρο
incognizant
cognizant
cognize



























