Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
coercive
01
αναγκαστικός, καταπιεστικός
using force or threat to persuade people to do something that they are reluctant to do
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most coercive
συγκριτικός βαθμός
more coercive
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, power, control
Παραδείγματα
The coercive tactics employed by the dictator silenced dissenting voices.
Οι αναγκαστικές τακτικές που χρησιμοποίησε ο δικτάτορας σίγησαν τις διαφωνικές φωνές.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
coercive
coerce



























