coercive
coer
ˌkəʊɜ:
kewē
cive
sɪv
siv
incursivereversivedetersiverecursive

Ορισμός και σημασία του "coercive"στα αγγλικά

01

αναγκαστικός, καταπιεστικός

using force or threat to persuade people to do something that they are reluctant to do 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most coercive
συγκριτικός βαθμός
more coercive
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, power, control
Παραδείγματα
The coercive tactics employed by the dictator silenced dissenting voices. 

Οι αναγκαστικές τακτικές που χρησιμοποίησε ο δικτάτορας σίγησαν τις διαφωνικές φωνές.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

coercive
coerce
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store