Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Skyf
01
τσιγάρο, σιγαρέτο
(South African) a cigarette
slang
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
skyfs
Παραδείγματα
She had a few skyfs during the break.
Έκανε μερικά σκάιφ κατά τη διάρκεια του διαλείμματος.
to skyf
01
καπνίζω ένα τσιγάρο, τραβώ ένα τσιγάρο
(South African) to smoke a cigarette
slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
skyf
γ΄ ενικό πρόσωπο
skyfs
ενεστώτα μετοχή
skyfing
απλός αόριστος
skyfed
παθητική μετοχή
skyfed
Παραδείγματα
He usually skyfs when he's stressed.
Συνήθως καπνίζει όταν είναι αγχωμένος.



























