Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Jol
01
πάρτι, κοινωνική συνάντηση
(South African) a party or social gathering
slang
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
jols
Παραδείγματα
He left the jol early because he was tired.
Έφυγε από το τζολ νωρίς γιατί ήταν κουρασμένος.
to jol
01
γιορτάζω, διασκεδάζω
(South African) to party or have a good time
slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
jol
γ΄ ενικό πρόσωπο
jols
ενεστώτα μετοχή
jolling
απλός αόριστος
jolled
παθητική μετοχή
jolled
Παραδείγματα
The students jolled at the end-of-year bash.
Οι μαθητές joll στο πάρτι τέλους του έτους.
Λεξικό Δέντρο
jolly
jolly
jol



























