Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Jol
01
πάρτι, κοινωνική συνάντηση
(South African) a party or social gathering
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
jols
Παραδείγματα
We went to a jol last night.
Πήγαμε σε ένα jol χθες το βράδυ.
to jol
01
γιορτάζω, διασκεδάζω
(South African) to party or have a good time
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
jol
γ΄ ενικό πρόσωπο
jols
ενεστώτα μετοχή
jolling
απλός αόριστος
jolled
παθητική μετοχή
jolled
Παραδείγματα
They jolled all weekend at the festival.
Γλεντούσαν όλο το σαββατοκύριακο στο φεστιβάλ.
Λεξικό Δέντρο
jolly
jolly
jol



























