Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to nick off
01
τσακώνω, ξεφεύγω
(Australian) to leave or go away, especially quickly or abruptly
Slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
off
βασικό ρήμα
nick
ενεστώτας
nick off
γ΄ ενικό πρόσωπο
nicks off
ενεστώτα μετοχή
nicking off
απλός αόριστος
nicked off
παθητική μετοχή
nicked off
Παραδείγματα
She nicked off home after the meeting.
Αυτή έφυγε για το σπίτι μετά τη συνάντηση.



























