to nick off
nick
nɪk
nik
off
ɒf
of

Ορισμός και σημασία του "nick off"στα αγγλικά

to nick off
01

τσακώνω, ξεφεύγω

(Australian) to leave or go away, especially quickly or abruptly 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
off
βασικό ρήμα
nick
ενεστώτας
nick off
γ΄ ενικό πρόσωπο
nicks off
ενεστώτα μετοχή
nicking off
απλός αόριστος
nicked off
παθητική μετοχή
nicked off
Παραδείγματα
I'm gonna nick off before the traffic gets bad. 

Θα το σκάσω πριν γίνει άσχημη η κίνηση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store