Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cack
01
αχρείος, άχρηστος
a contemptible, worthless, or unpleasant person
offensive
slang
vulgar
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cacks
Παραδείγματα
That cheating cack deserves everything he gets.
Αυτός ο απατεώνας cack αξίζει όλα όσα του συμβαίνουν.
02
ανοησίες, ασυναρτησίες
worthless or stupid talk
offensive
slang
Παραδείγματα
I tuned out because it was just cack.
Αποσυνδέθηκα γιατί ήταν απλώς ανοησίες.
03
κακά, περίττωμα
solid or semisolid waste matter discharged from the intestines
Dialect
British
slang
vulgar
Παραδείγματα
He joked about needing a plunger for the cack.
Αστειεύτηκε ότι χρειάζεται έναν αποφρακτικό για το κακά.
to cack
01
γελάω δυνατά, καγχαδίζω
(Australian) to laugh
slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
cack
γ΄ ενικό πρόσωπο
cacks
ενεστώτα μετοχή
cacking
απλός αόριστος
cacked
παθητική μετοχή
cacked
Παραδείγματα
We cacked when the dog chased its tail.
Γελάσαμε δυνατά όταν ο σκύλος κυνήγησε την ουρά του.



























