to banjax
Pronunciation
/bˈændʒæks/

Ορισμός και σημασία του "banjax"στα αγγλικά

to banjax
01

καταστρέφω, χαλώ

(Irish) to ruin, destroy, or severely damage something
slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
banjax
γ΄ ενικό πρόσωπο
banjaxes
ενεστώτα μετοχή
banjaxing
απλός αόριστος
banjaxed
παθητική μετοχή
banjaxed
Παραδείγματα
The car was completely banjaxed in the accident.
Το αυτοκίνητο ήταν εντελώς μπαντζαξ στο ατύχημα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store