Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to banjax
01
καταστρέφω, χαλώ
(Irish) to ruin, destroy, or severely damage something
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
banjax
γ΄ ενικό πρόσωπο
banjaxes
ενεστώτα μετοχή
banjaxing
απλός αόριστος
banjaxed
παθητική μετοχή
banjaxed
Παραδείγματα
The storm banjaxed the roof of the old house.
Η καταιγίδα banjάξαρε την οροφή του παλιού σπιτιού.



























