to banjax
ban
ˈbæn
bān
jax
ʤæks
jāks

Ορισμός και σημασία του "banjax"στα αγγλικά

to banjax
01

καταστρέφω, χαλώ

(Irish) to ruin, destroy, or severely damage something 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
banjax
γ΄ ενικό πρόσωπο
banjaxes
ενεστώτα μετοχή
banjaxing
απλός αόριστος
banjaxed
παθητική μετοχή
banjaxed
Παραδείγματα
The storm banjaxed the roof of the old house. 

Η καταιγίδα banjάξαρε την οροφή του παλιού σπιτιού.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store