Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to banish
01
εξορίζω, αποβάλλω
to force someone to leave a country, often as a form of punishment or to keep them away
Transitive: to banish sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
banish
γ΄ ενικό πρόσωπο
banishes
ενεστώτα μετοχή
banishing
απλός αόριστος
banished
παθητική μετοχή
banished
Παραδείγματα
The king decided to banish the traitor from the kingdom for his treachery.
Ο βασιλιάς αποφάσισε να εξορίσει τον προδότη από το βασίλειο για την προδοσία του.
02
εξορίζω, απομακρύνω
to force something out of one's mind or thoughts
Transitive: to banish a thought or feeling
Παραδείγματα
After the breakup, he made a conscious effort to banish negative thoughts from his mind.
Μετά το χωρισμό, έκανε μια συνειδητή προσπάθεια να διώξει τις αρνητικές σκέψεις από το μυαλό του.
03
εξορίζω, αποβάλλω
to expel or force someone to leave a home or familiar place
Transitive: to banish sb
Παραδείγματα
After the argument with his parents, the teenager was banished from the family home and forced to live with relatives.
Μετά τη διαμάχη με τους γονείς του, ο έφηβος απελάθηκε από το οικογενειακό σπίτι και αναγκάστηκε να ζήσει με συγγενείς.
Λεξικό Δέντρο
banishment
banish



























